Και να που μεγαλώσαμε και τώρα στεκόμαστε απέναντι ο ένας από τον άλλον. Οι ώρες περνούν βασανιστικά γρήγορα και οι χτύποι της καρδιάς μου ακολουθούν τον ρυθμό του ρολογιού. Γεννηθηκες δυο χρόνια μετά από μενα. Πρέπει να σου πω οτι μου είχες κάνει μεγάλη χαλάστρα τότε μικρέ. Έχασα όλη την προσοχή, αλλά χαλάλι σου. Ήσουν το πιο άσχημο και γκρινιάρικο μωρό που είχα δει. Τα χρόνια περνούσαν κι εμείς μεγαλώναμε. Καβγάδες πολλούς. Είμασταν η προσωποποιήση του μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. Και συνέχισαν να περνούν και μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε και χωριστήκαμε αλλά πάντα είμασταν κάτω από τον ίδιο ουρανό. Κι εσύ μεγάλωσες πολύ, κι έγινες άντρας μεγάλος και πήρες αποφάσεις. Μεγάλες αποφάσεις αδερφέ. Σημαντικές αποφάσεις αδερφέ. Φεύγεις κι εσύ όπως έφυγε εκείνος τότε. Φεύγεις κι εσύ όπως φεύγουν όλοι τώρα. Κι οι ώρες περνούν και στεκόμαστε απέναντι κι η απόσταση μεγαλώνει. Καλό ταξίδι αδερφέ....Καλό ταξίδι μικρέ...
Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016
Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016
Μα εγώ ακόμα Σ'αγαπώ..
Κι εσυ που μου εδωσες ζωη, κοιτας άπραγος, άβουλος. Στεναχωριεσαι. Γιατι στεναχωριεσαι; Γιατι έπρεπε να με δεις με σκισμένα ρουχα κι ένα τοιχο γεμάτο πτυχία; Γιατί με ανάγκασες να σου πω ψέματα; Δεν στεναχωριέμαι που φευγω. Ψέματα. Θα γυρίσω ξανά. Ψέματα. Δεν θα σε ξεχάσω. Ψέματα. Στεναχωριέμαι που φεύγω. Δεν θα ξαναγυρίσω. Θα σε ξεχάσω.
Με αναγκάζεις να ζω χωρίς εσένα. Κι εγώ σε αγαπάω. Όσο και να ντρεπεσαι για το σχισμένο, βρώμικο φόρεμα σου που μυρίζει ελιά. Όσο και να προσπαθείς να κρυψεις το κοκκίνισμα από τα μάγουλα σου. Όσο και να προσπαθείς να μαζέψεις τα ατίθασα απο την αρμύρα λυτά μαλλιά σου . Είμαι περηφανος για σενα. Περήφανη για τις ασπρομαυρες φωτογραφίες του ενδόξου παρελθόντος σου. Κι εσύ μου κουνάς κάποιο πανί από μακριά την ώρα που ξεμακραίνω. Εκεί που θα είμαι θα παλέψω για σενα γιατί σε αγαπώ. Είμαι σάρκα απο το χώμα σου και αίμα απο τον ουρανό σου και σ'αγαπω.
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015
Το χαμόγελο του Αντρέα
Κι οπως περπατουσα στον δρομο σκυμμενη το ειδα! Ηταν πλατυ, λαμπερο, ομορφο! Μου ελειπε εδω και πολυ καιρο. Τοσα βασανα, τοσες σκοτουρες δεν ειχα χρονο. Δεν ειχα χρονο να το ψαξω και δεν ειχα την δυναμη να το βρω. Το ειχα παρει αποφαση, το ειχα αποδεχτει. Επρεπε να ζω χωρις αυτο. Ξερετε ειναι πιο ευκολο οταν ζεις χωρις αυτο. Δεν πρεπει να απολογεισαι γιατι το εχεις κι οι αλλοι μπορουν να σε περασουν για σοβαρο. Μπορεις να εχεις ενα ψευτικο, αλλα ολα τα ψευτικα διαρκουν λιγο και κουραζουν. Κοιταξα γυρω μου να δω εαν με ειχε δει κανεις. Κανεις δεν μου ειχε δωσει σημασια. Το κρατησα στα χερια μου και τοτε με την ακρη του ματιου μου ειδα απεναντι ενα παιδακι. Μου φανηκε πολυ μικρο. Μια σταλια. Ουτε αυτο το ειχε. Γιατί δεν το είχε; Τι είχε συμβεί και το είχε χάσει; Τα παιδιά πρέπει να το έχουν πάντα.Το πλησιασα και του το εδωσα. Ελαμψε πανω του και σαν να εγινε κατι μαγικο διπλασιαστηκε κι ηρθε και σε εμενα. Την έλεγα την ιστορία μου παντού. Κάποιοι με πίστευαν καποιοι όχι. Αργοτερα μου είπαν οτι αυτο το χαμογελο ανηκε σε εναν μικρο Αντρεα..δεν το εχασε, απλά προοριζε να το δωσει στα παιδια. Δεν ηξερε ομως οτι ήταν μαγικο και κάθε παιδί που αποκτουσε ενα, αποκτούσε μαζί και με αυτό ένας μεγάλος...
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015
Το όνομα μου είναι πρόσφυγας, το επίθετο μου κατατρεγμένος
Το όνομα μου είναι πρόσφυγας.Το επίθετο μου κατατρεγμένος. Με ξερίζωσαν από τον τόπο μου. Άγρια με τράβηξαν δίχως να προλάβω να αντιδράσω. Πώς να προλάβω να αντιδράσω; Το μαχαίρι το φοβόμουν..το ένιωθα να παγώνει τον λαιμό μου έτοιμο να τον κόψει κι έτρεχα. Πia δεν είχα σπίτι, δεν είχα πατρίδα. Περπάτησα. Η μαντίλα μου δεν ήταν πια στο κεφάλι αλλά στο χέρι μου, γεμισμένη με όνειρα και αναμνήσεις. Ένα χεράκι κρατούσε το άλλο μου χέρι. Δεν ήξερα εάν ήταν δικό μου παιδί. Τα παιδιά ανήκουν σε όλους και δεν ανήκουν σε κανέναν...τα παιδιά ανήκουν στους εαυτούς τους. Κι έφτασα σε θάλασσα μαύρη, φουρτουνιασμένη και σταμάτησα. Φοβήθηκα το μαχαίρι. Και μπήκα σε βάρκα ξύλινη, μικρή. Και το μικρό χεράκι όλο κι έσφιγγε την χούφτα μου και ξαφνικά σταμάτησε. Χάθηκε στην φουρτουνιασμένη θάλασσα.Δεν ήξερα εάν ήταν δικό μου παιδί. Τα παιδιά ανήκουν σε όλους και δεν ανήκουν σε κανέναν...τα παιδιά ανήκουν στους εαυτούς τους. Αυτό το παιδί δεν υπήρχε πια, δεν άνηκε πουθενά. Το μαχαίρι συνέχισε να με ακολουθεί. Το όνομα μου είναι πρόσφυγας, το επίθετο μου κατατρεγμένος.
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015
Άκου μάνα...
Κινήθηκα ήσυχα, αθόρυβα. Τα βήματα μου δεν ακούγονταν. Το ήξερα οτι δεν ακούγονταν. Δεν είχα την αίσθηση του εδάφους στα πόδια μου. Μπορεί και να μην πατόυσα κάτω. Δεν με ένοιαζε. Εκείνη την ώρα δεν με ένοιαζε. Δεν ήξερα καν τι ήμουν. Ήμουν όνειρο; Οπτασία; Φάντασμα; Μπορεί να ήμουν και μια ανάμνηση όλων αυτών που με αγαπούσαν. Τώρα το έβλεπα οτι με αγαπούσαν πολλοί άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν πίστευα οτι θα νοιαστούν για μένα, αλλά μάλλον έτσι είναι. Όταν χάνεται κάποιος σε πονάει η απώλεια του και τότε συνειδητοποιείς οτι μάλλον τον αγαπούσες κι ας μην το είχες καταλάβει ποτέ σου. Τότε νιώθεις οτι είναι αργά να του φανερώσεις την αγάπη σου, οτι όλα έχουν χαθεί, αλλά αυτός ξέρει. Ξέρει οτι τον αγαπούσες. Γνωρίζει τα πάντα.
Πέρασα από την κουζίνα. Γιαγιάδες και παππούδες. Κάποιους τους ήξερα, κάποιους άλλους όχι. Ανάμεσα τους κι οι δυο γιαγιάδες μου. Η μια έκανε τα γνωστά τρελά της. Έπιανε το κεφάλι της, τραβούσε τα ρούχα της. Ήθελα να την πιάσω από τα χέρια και να της πω να σταματήσει αυτά τα τρελά. Μας έκανε ρεζίλι. Η άλλη αντάρτισα. Καθόταν αμίλητη κι έκλαιγε. Προσπαθούσε να οργανώσει τους καφέδες, τα κονιακ, τα κουλουράκια.
Βγήκα στο μπαλκόνι. Όλη μου η παρέα μαζεμένη. Τα χαζά γελούσαν. Έκατσα δίπλα τους. Δίπλα από την Χαρούλα. Ανατρίχιασε, το ένιωσα. Έλεγαν ιστορίες με έμενα. Όλα τα χαζά που είχα κανει. Όταν είπα οτι το αγόρι μου με χτυπάει για να ξεφύγω από κάτι γυφτάκια και τότε μου κόλλησε το παρατσούκλι χαζή. Όταν είχα μεθύσει για πρώτη φορά στην ζωή μου και με είχαν πάει στο κέντρο υγείας. Όταν είχα ξεμοναχιάσει το σκουλήκι και αυτός νόμιζε οτι ήθελα να του την πέσω , ενώ εγώ ήθελα να τον βάλω στην ΔΑΠ.
Γελούσαν κι έκλαιγαν συγχρόνως. Δεν ήθελα να κλάινε όμως. Χαιρόμουν που τους άκουγα να γελάν με τις ιστορίες μου..Μου άρεσε που αυτό που είχαν να θυμούνται από εμένα ήταν χαρά και γέλιο.. Ζήλεψα όμως που δεν με έβλεπαν, δεν με άκουγαν...ήθελα τόσο πολύ να ''τρακάρω'' ένα στριφτό τσιγάρο και να πιω λίγο κονιάκ και να συνεχίσω να λέω τα χαζά μου.
Έφυγα και πήγα στο δωμάτιο μου, το δωμάτιο που από τότε που γεννήθηκε ο αδερφός μου το μοιραζόμασταν. Ήταν εκεί με τις δυο ξαδέρφες μου. Δεν μιλούσαν, κοιτούσαν παλιές φωτογραφίες. Θέε μου, πόσο ασχημόπαπο ήμουν στην εφηβεία μου...Να γιατί ποτέ δεν είχα αγόρι. Ποιό παιδάκι να με πλησιάσει; Θα νόμιζαν οτι θα τους έτρωγα...
Πήρα μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκα στο σαλόνι...Είχε έρθει η ώρα να με αντρικρίσω...είχε έρθει η ώρα να με δω νεκρή....
Πέρασα από την κουζίνα. Γιαγιάδες και παππούδες. Κάποιους τους ήξερα, κάποιους άλλους όχι. Ανάμεσα τους κι οι δυο γιαγιάδες μου. Η μια έκανε τα γνωστά τρελά της. Έπιανε το κεφάλι της, τραβούσε τα ρούχα της. Ήθελα να την πιάσω από τα χέρια και να της πω να σταματήσει αυτά τα τρελά. Μας έκανε ρεζίλι. Η άλλη αντάρτισα. Καθόταν αμίλητη κι έκλαιγε. Προσπαθούσε να οργανώσει τους καφέδες, τα κονιακ, τα κουλουράκια.
Βγήκα στο μπαλκόνι. Όλη μου η παρέα μαζεμένη. Τα χαζά γελούσαν. Έκατσα δίπλα τους. Δίπλα από την Χαρούλα. Ανατρίχιασε, το ένιωσα. Έλεγαν ιστορίες με έμενα. Όλα τα χαζά που είχα κανει. Όταν είπα οτι το αγόρι μου με χτυπάει για να ξεφύγω από κάτι γυφτάκια και τότε μου κόλλησε το παρατσούκλι χαζή. Όταν είχα μεθύσει για πρώτη φορά στην ζωή μου και με είχαν πάει στο κέντρο υγείας. Όταν είχα ξεμοναχιάσει το σκουλήκι και αυτός νόμιζε οτι ήθελα να του την πέσω , ενώ εγώ ήθελα να τον βάλω στην ΔΑΠ.
Γελούσαν κι έκλαιγαν συγχρόνως. Δεν ήθελα να κλάινε όμως. Χαιρόμουν που τους άκουγα να γελάν με τις ιστορίες μου..Μου άρεσε που αυτό που είχαν να θυμούνται από εμένα ήταν χαρά και γέλιο.. Ζήλεψα όμως που δεν με έβλεπαν, δεν με άκουγαν...ήθελα τόσο πολύ να ''τρακάρω'' ένα στριφτό τσιγάρο και να πιω λίγο κονιάκ και να συνεχίσω να λέω τα χαζά μου.
Έφυγα και πήγα στο δωμάτιο μου, το δωμάτιο που από τότε που γεννήθηκε ο αδερφός μου το μοιραζόμασταν. Ήταν εκεί με τις δυο ξαδέρφες μου. Δεν μιλούσαν, κοιτούσαν παλιές φωτογραφίες. Θέε μου, πόσο ασχημόπαπο ήμουν στην εφηβεία μου...Να γιατί ποτέ δεν είχα αγόρι. Ποιό παιδάκι να με πλησιάσει; Θα νόμιζαν οτι θα τους έτρωγα...
Πήρα μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκα στο σαλόνι...Είχε έρθει η ώρα να με αντρικρίσω...είχε έρθει η ώρα να με δω νεκρή....
Τρίτη 17 Μαρτίου 2015
Το λευκό περιστέρι...
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά από την δική μας υπήρχε ενα δάσος. Ήταν τεράστιο και τα δέντρα του ήταν τόσο ψηλά που σε αρκετά σημεία έκρυβαν τον ήλιο. Αυτό το μεγάλο δάσος το διέσχιζε ένα μεγάλο ποτάμι. Γύρω από αυτό το ποτάμι κάποιοι άνθρωποι είχαν φτιάξει καλύβες, ξύλινες και μικρές και ζούσαν. Κυνηγούσαν, ψάρευαν, βοσκούσαν τα πρόβατα και τα κτσίκια τους και γενικά η ζωή περνούσε ήσυχα κι ήρεμα. Σε μια από αυτές τις καλύβες ζούσε κι ένας χωρικός με τν οικογένεια του. Είχε τρία παιδιά. Ανάμεσα σε αυτά κι ένα μικρό αγοράκι. Δεν ήταν σαν όλα τα άλλα παιδιά. Δεν μιλούσε πολύ, μπορεί και να μην ήξερε να μιλάει, κανείς δεν ξέρει. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν τον έκαναν παρέα γι'αυτό ακριβώς τον λόγο. Δεν μιλούσε οπότε σταμάτησαν να του δίνουν σημασία. Κάποιες φορές το μικρό αγοράκι της ιστορίας μας μπορεί να καθόταν μόνο του και να έκλαιγε. Ήταν ο μοναδικός τρόπος που ήξερε να εξωτερικευει τα συναισθήματα του. Και τότε μια μέρα έγινε το κακό. Κάποιο από τα παιδιά του χωριού τον είδε να κλαίει. Το είδε σε μια στιγμή αδυναμίας. Πώς ήταν δυνατόν ένα παιδί να κλαίει και να είναι τόσο αδύναμο; Αμέσως αισθάνθηκε πιο δυνατός, πιο θαραλλέος απέναντι στον μικρό μας φίλο. Άρχισε να τον απειλεί οτι θα το έλεγε σε όλους. Το αγοράκι της ιστορίας μας φοβήθηκε, άρχισε να του κάνει οτι χάρες ήθελε. Αλλά ο ''δυνατός΄΄ και ''θαραλλέος'' της ιστορίας μας δεν κράτησε για πολύ το μυστικό και το είπε σε όλους. Η ζωή του μικρού μας φίλου έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Απο εκει που περνούσε παρατήρητος ξεκίνησε να είναι στο επίκεντρο, αλλά με πολύ αρνητικό τρόπο. Τον κορόιδευαν, τον χτυπόυσαν, τον απειλούσαν, μέχρι που δεν άντεξε. Μια μέρα δεν άντεξε κι έφυγε. Άρχισε να περπατάει, το περπάτημα έγινε πιο γρήγορο μέχρι που βρέθηκε να τρέχει. Έτρεχε χωρίς να αισθάνεται τα μικρά του πόδια που είχαν γεμίσει λάσπες, είχαν αρχίσει να ματώνουν και ξαφνικά τα πόδια του σταμάτησαν να τον υπακούν. Έπεσε. Προσπάθησε να κλάψει αλλά τα δάκρυα του πλέον δεν μπορούσαν να κυλήσουν στο πρόσωπο του και τότε τον πλήμμύρισε ένα φως και το μικρό αγοράκι μεταμορφώθηκε κι έγινε ένα τεράστιο λευκό περιστέρι και πέταξε μακριά. Ναι πλέον ήταν ελεύθερο. Κι αυτή η ιστορία φίλοι μου είναι πέρα για πέρα αληθινή γιατί μου την είπε το ίδιο το περιστέρι. Δεν μου είπε ψέματα, κι ούτε ψέματα κι εγω σας λεω...
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015
Σε ποιον θεό; Σε ποιά θρησκεία;
Ξάπλωσα. Έστρωσα ήρεμα το κρεβάτι μου, έβγαλα τις ζεστές μου παντόφλες και ξάπλωσα. Τα βλέφαρα μου έπεσαν βαριά. Κοιμήθηκα και δεν ξύπνησα όταν δυο αεροπλάνα έπεσαν στους Δίδυμου Πύργους , δεν ξύπνησα όταν τα τζάμια έτριζαν από τις εκρήξεις στο μετρό του Λονδίνου κι ούτε άλλαξα πλευρό όταν έσκασαν οι δέκα βόμβες στα τραίνα στην Μαδρίτη. Τώρα τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά μου όταν άκουσα να χτυπάνε το μολύβι, να σχίζουν το σκίτσο και να μου κρατάνε το στόμα. Πάντα τα μάτια μου δάκρυζαν αλλά τα βλέφαρα μου ήταν γερά σφαλισμένα αρνούμενα να ανοίξουν. Είχαν μπει στο σπίτι μου, πλησίαζαν το κρεβάτι μου, ένιωθα την σκιά τους πάνω μου και άνοιξα τα μάτια μου κι αντίκρισα το μαχαίρι να ακουμπά τον λαιμό μου. Προσπάθησα να προσευχηθώ. Πού; Σε ποιον θεό; Σε ποιά θρησκεία; Σφάλισα τα μάτια μου ξανά και συνέχισα τον ύπνο μου...
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014
Η στιγμή του Θανάτου μου...
- Σοβαρά τώρα; Εάν δεν απαντησω αυτή την ερώτηση δεν θα μπω; Λοιπόν την στιγμή αυτή δεν την κατάλαβα καθόλου,απλά συνέβη. Δεν ένιωσα τίποτε απολύτως. Ούτε αγωνία, ούτε άγχος, ούτε καν λύπη για αυτά που αφήνω πίσω μου. Μάλλον τώρα λυπάμαι που δεν μπόρεσα ποτέ να νιώσω κάποιο έντονο συναίσθημα.
- Συγγνώμη που είμαι τόσο αγενής και γελώ με την ερώτηση αυτή αλλά εδώ που φτάσαμε θα απαντήσω. Περιέργεια. Αυτό νομίζω ένιωσα...θα ήθελα να την ζήσω ξανά και να την μελετήσω καλύτερα. Όνειρο μου ήταν να ρουφήξω όλη την γνώση του κόσμου. Να μπορώ να λύσω όλα τα γνωστά και άγνωστα μυστήρια. Κι όμως στέκομαι εδώ μπροστά σας πιο άμαθος από ποτέ...
- Η στιγμή του θανάτου μου απλά συνέβη. Δεν ένιωσα οτι ηταν κατι το ξεχωριστο. Δηλαδη ισως μπορει και να ηταν τοσο ξεχωριστή που τελικά να μην σήμαινε και τίποτα. Θα απαντήσω με ερώτηση στην ερώτηση σου.. Θα μπορούσε κάποιος να μην εχει μια τελευταια επιθυμια; Θα υπαρξει ποτε ανθρωπος που θα νιωθει τοσο πληρης ωστε να αναζητα αυτη την στιγμη; Κι ακομα κι αν την αναζητησει οταν θα πρεπει να την ζησει δεν θα παλεψει να την ανατρεψει; Η στιγμη του θανατου μου με αφηνει αδιαφορο αλλα η τελευταια μου επιθυμια ήταν να τα ξερω όλα και να μην ξερω τιποτα, να τα έχω όλα και να μην έχω τιποτα, να τους έχω αγαπήσει όλους και να τους μισώ όλους....
- Συγγνώμη που είμαι τόσο αγενής και γελώ με την ερώτηση αυτή αλλά εδώ που φτάσαμε θα απαντήσω. Περιέργεια. Αυτό νομίζω ένιωσα...θα ήθελα να την ζήσω ξανά και να την μελετήσω καλύτερα. Όνειρο μου ήταν να ρουφήξω όλη την γνώση του κόσμου. Να μπορώ να λύσω όλα τα γνωστά και άγνωστα μυστήρια. Κι όμως στέκομαι εδώ μπροστά σας πιο άμαθος από ποτέ...
- Η στιγμή του θανάτου μου απλά συνέβη. Δεν ένιωσα οτι ηταν κατι το ξεχωριστο. Δηλαδη ισως μπορει και να ηταν τοσο ξεχωριστή που τελικά να μην σήμαινε και τίποτα. Θα απαντήσω με ερώτηση στην ερώτηση σου.. Θα μπορούσε κάποιος να μην εχει μια τελευταια επιθυμια; Θα υπαρξει ποτε ανθρωπος που θα νιωθει τοσο πληρης ωστε να αναζητα αυτη την στιγμη; Κι ακομα κι αν την αναζητησει οταν θα πρεπει να την ζησει δεν θα παλεψει να την ανατρεψει; Η στιγμη του θανατου μου με αφηνει αδιαφορο αλλα η τελευταια μου επιθυμια ήταν να τα ξερω όλα και να μην ξερω τιποτα, να τα έχω όλα και να μην έχω τιποτα, να τους έχω αγαπήσει όλους και να τους μισώ όλους....
Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014
Τα γράμματα της Δουλτσινέα (7- τελευταίο γράμμα)
Δον μου,
Ναι σε εσενα μιλάω, σε εσενα που εδω και τόσους μήνες σου γραφω γραμματα, σε εσενα που θα πέθαινα για μια ματια σου, για ενα χάδι, για ενα φιλι σου. Γραφω σε εσενα για τελευταία φορα. Κάθομαι στα σκαλοπάτια σου και γραφω για έναν έρωτα που έζησα, εξωπραγματικό κι αλλόκοτο. Τον έζησα μόνη μου αυτόν τον έρωτα Αλονσο μου και δεν μπόρεσα να σε βρω. Να σου λύσω τα μαγιά που σε κρατούσαν μακριά μου.
Οι εποχές άλλαξαν. Εγω δεν ειμαι πλεον μια ρομαντική Δουλτσινεα που ψάχνει τον Δον της αλλα ειμαι η τρελή Δεινα που ψάχνει τον ευπρεπώς κύριο Τάδε. Κάθεται στα σκαλοπάτια του αμέτρητους μήνες με ενα μπουκάλι κρασί. Οι εποχές περασαν απο πανω της και δεν τις κατάλαβε. Ο χρονος αδυσώπητος, το ίδιο. Προσπάθησα να σου μιλήσω..εσκυψες το κεφάλι σου όσο πιο χαμηλά μπορούσες κι έφυγες. Το συναίσθημα μέσα μου ηταν ανεξήγητο. Απελπισία ανάκατη με στεναχώρια. Δεν εκτιμήσεις οτι τόσους μήνες καθομουν εξω απο την πόρτα σου. Ο ερωτας θα μου πεις σε φτάνει στα όρια της τρέλας, της παράνοιας. Ποιος ερωτας Δον μου; Ο ανεκπλήρωτος;
Μια ματια σου ζήτησα, ενα χάδι σου να κλέψω προσπάθησα κι εσυ έμεινες μακριά μου, απαθής. Ναι αγαπημένε μου, θα μου λείψεις. Πολλές φορές θα σκέφτομαι το βλέμμα σου. Αυτο το βλέμμα που με έκανε να πεθαίνω. Αυτο το βλέμμα που θα νοσταλγώ. Δεν μου έδωσες την ευκαιρία Δον μου να σου αποδείξω οτι θα μπορούσα να ήμουν το άλλο σου μισό, να αποδείξω οτι στην πραγματική ζωή υπαρχουν ευτυχισμένα τέλη, σχεδόν κινηματογραφικά. Ναι Αλονσο μου γελα, γελα με την καρδια σου. Γελά με την τρελή που ήθελε να σου δώσει πραγματα γιατι αυτο το απόθεμα αγάπης που είχε την έπνιγε. Ηταν πανω απο τις δυνάμεις της να το κρατήσει και να το καταλαγιάσει. Κι ομως καταλαβα Δον μου οτι ολο αυτόν τον καιρο έχανα πραγματα απο την ζωη μου.. Έχανα στιγμές σημαντικές και μη. Οι φιλοι μου έγιναν ζευγάρια, αντρόγυνα, γονείς κι εγω επέμενα πεισματικά στην πόρτα σου κυνηγώντας σε. Οχι Δον μου η Δουλτσινεα ανήκει στην φαντασία του Θερβάντες, εγω δεν εχω καμία σχεση μαζι της. Εσυ δεν εισαι ο Δον Κιχώτης μου και το παραμύθι μου παιρνει τέλος. Η ζωή που δεν έζησα αυτόν τον καιρο με περιμένει κι ο αληθινός, πραγματικός ερωτας ειναι εξω απο τα δικά σου σκαλοπάτια. Το αν θα με βασανίζει πάντοτε, δεν το γνωρίζω..αλλα δεν μπόρεις να δώσεις μια ξεκάθαρη και λογική εξήγηση σε ολα τα αν..γι'αυτο κι εγω κάθομαι εδω... Και λεω οτι θα ερωτευτώ τον εαυτό μου. Δεν θα σε ξεχάσω Δον μου! Ηδη σε εκανα αυτόν τον καιρο κομμάτι του εαυτού μου. Ισως θα εισαι για παντα το ανεκπλήρωτο κομμάτι της αγάπης μου!
Θα μου λείψεις , ηδη μου λείπεις...
Σε φιλώ γλυκά
Η Δουλτσινεα σου
Ναι σε εσενα μιλάω, σε εσενα που εδω και τόσους μήνες σου γραφω γραμματα, σε εσενα που θα πέθαινα για μια ματια σου, για ενα χάδι, για ενα φιλι σου. Γραφω σε εσενα για τελευταία φορα. Κάθομαι στα σκαλοπάτια σου και γραφω για έναν έρωτα που έζησα, εξωπραγματικό κι αλλόκοτο. Τον έζησα μόνη μου αυτόν τον έρωτα Αλονσο μου και δεν μπόρεσα να σε βρω. Να σου λύσω τα μαγιά που σε κρατούσαν μακριά μου.
Οι εποχές άλλαξαν. Εγω δεν ειμαι πλεον μια ρομαντική Δουλτσινεα που ψάχνει τον Δον της αλλα ειμαι η τρελή Δεινα που ψάχνει τον ευπρεπώς κύριο Τάδε. Κάθεται στα σκαλοπάτια του αμέτρητους μήνες με ενα μπουκάλι κρασί. Οι εποχές περασαν απο πανω της και δεν τις κατάλαβε. Ο χρονος αδυσώπητος, το ίδιο. Προσπάθησα να σου μιλήσω..εσκυψες το κεφάλι σου όσο πιο χαμηλά μπορούσες κι έφυγες. Το συναίσθημα μέσα μου ηταν ανεξήγητο. Απελπισία ανάκατη με στεναχώρια. Δεν εκτιμήσεις οτι τόσους μήνες καθομουν εξω απο την πόρτα σου. Ο ερωτας θα μου πεις σε φτάνει στα όρια της τρέλας, της παράνοιας. Ποιος ερωτας Δον μου; Ο ανεκπλήρωτος;
Μια ματια σου ζήτησα, ενα χάδι σου να κλέψω προσπάθησα κι εσυ έμεινες μακριά μου, απαθής. Ναι αγαπημένε μου, θα μου λείψεις. Πολλές φορές θα σκέφτομαι το βλέμμα σου. Αυτο το βλέμμα που με έκανε να πεθαίνω. Αυτο το βλέμμα που θα νοσταλγώ. Δεν μου έδωσες την ευκαιρία Δον μου να σου αποδείξω οτι θα μπορούσα να ήμουν το άλλο σου μισό, να αποδείξω οτι στην πραγματική ζωή υπαρχουν ευτυχισμένα τέλη, σχεδόν κινηματογραφικά. Ναι Αλονσο μου γελα, γελα με την καρδια σου. Γελά με την τρελή που ήθελε να σου δώσει πραγματα γιατι αυτο το απόθεμα αγάπης που είχε την έπνιγε. Ηταν πανω απο τις δυνάμεις της να το κρατήσει και να το καταλαγιάσει. Κι ομως καταλαβα Δον μου οτι ολο αυτόν τον καιρο έχανα πραγματα απο την ζωη μου.. Έχανα στιγμές σημαντικές και μη. Οι φιλοι μου έγιναν ζευγάρια, αντρόγυνα, γονείς κι εγω επέμενα πεισματικά στην πόρτα σου κυνηγώντας σε. Οχι Δον μου η Δουλτσινεα ανήκει στην φαντασία του Θερβάντες, εγω δεν εχω καμία σχεση μαζι της. Εσυ δεν εισαι ο Δον Κιχώτης μου και το παραμύθι μου παιρνει τέλος. Η ζωή που δεν έζησα αυτόν τον καιρο με περιμένει κι ο αληθινός, πραγματικός ερωτας ειναι εξω απο τα δικά σου σκαλοπάτια. Το αν θα με βασανίζει πάντοτε, δεν το γνωρίζω..αλλα δεν μπόρεις να δώσεις μια ξεκάθαρη και λογική εξήγηση σε ολα τα αν..γι'αυτο κι εγω κάθομαι εδω... Και λεω οτι θα ερωτευτώ τον εαυτό μου. Δεν θα σε ξεχάσω Δον μου! Ηδη σε εκανα αυτόν τον καιρο κομμάτι του εαυτού μου. Ισως θα εισαι για παντα το ανεκπλήρωτο κομμάτι της αγάπης μου!
Θα μου λείψεις , ηδη μου λείπεις...
Σε φιλώ γλυκά
Η Δουλτσινεα σου
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014
Tα γράμματα της Δουλτσινέα (6)
Αγαπημένε μου Δον,
για ακομα ενα βραδυ κάθομαι στα σκαλοπάτια σου. Κάθε φορά που καποιος μπαίνει ή βγαίνει απο την πολυκατοικία δείχνω οτι ψάχνω κατι..ισως με περνούν για τρελή. Δεν με ενδιαφέρει. Κοίταξα και τα ονόματα στα κουδούνια. Δεν ήθελα να ψαξω να δω ποιος εισαι απο όλους. Για μενα εισαι ο Δον Κιχώτης μου. Εισαι μαγεμενος πανω στο κάστρο σου κι εγω προσπαθώ να λύσω τα μαγια σου και να με ερωτευτείς. Να ζήσεις μαζι μου μια μεγάλη αγαπη που θα εμπνεύσει ενα χαρούμενο τέλος στην ιστορία μας, ενα μυθιστόρημα, μια ταινια.
Πολλές φορές ομως πιστεύω οτι υπαρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που εμπνέουν βιβλία, που εμπνέουν τον μεγάλο έρωτα. Λίγοι ειναι αυτοί βέβαια και μέχρι στιγμής πιστεύω οτι δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Ήμουν παντα ο δεύτερος ρόλος, αυτός του Σάντσο Πάντσα. Ένας ρόλος που προσπαθούσε να βοηθήσει τον πρωταγωνιστη και να του διευκολύνει την ζωή κι αυτός έμενε στην άκρη χωρις να τον νοιάζει εαν θα ευτυχήσει ή οχι. Ολοκληρωμένος κι απόλυτα συνειδητοποιημένος οτι ο σκοπός του ειναι αυτός. Συμβατικός. Αλλά ποιος δεν θελει να υπάρξει πρωταγωνιστής μιας ιστορίας αγάπης; Κι εγω προσπαθώ μέσα απο τα γραμματα που σου γραφω να γίνω η Δουλτσινεα σου, αλλά εαν ανήκω στους ανθρωπους που θα ειναι παντα ο Σάντσο πως μπορω να το αλλάξω; Πώς μπορώ να τα βάλω με την μοίρα μου και τι μαγεία θα έπρεπε να εχω για να τα καταφέρω;
Για εσενα ξερω σε τι κατηγορία ανήκεις. Εισαι σε αυτούς τους ανθρωπους που εμπνέεις τον μεγάλο έρωτα, που εμπνέεις μαγεία, μυστήριο απο ένα και μόνο βλέμμα σου. Κι εγω εξακολουθώ να ειμαι στα σκαλοπάτια σου και να παλεύω με τους δαίμονες μου μέχρι να σου μιλήσω. Να σου πω απλα ενα γεια. Δεν ειναι πολυ λιγο το γεια ομως; Πολυ ανούσιο; Οταν το μόνο που θελω ειναι να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σε φιλήσω γλυκά πολυ αγαπημένε μου Δον;
Η Δουλτσινεα σου
για ακομα ενα βραδυ κάθομαι στα σκαλοπάτια σου. Κάθε φορά που καποιος μπαίνει ή βγαίνει απο την πολυκατοικία δείχνω οτι ψάχνω κατι..ισως με περνούν για τρελή. Δεν με ενδιαφέρει. Κοίταξα και τα ονόματα στα κουδούνια. Δεν ήθελα να ψαξω να δω ποιος εισαι απο όλους. Για μενα εισαι ο Δον Κιχώτης μου. Εισαι μαγεμενος πανω στο κάστρο σου κι εγω προσπαθώ να λύσω τα μαγια σου και να με ερωτευτείς. Να ζήσεις μαζι μου μια μεγάλη αγαπη που θα εμπνεύσει ενα χαρούμενο τέλος στην ιστορία μας, ενα μυθιστόρημα, μια ταινια.
Πολλές φορές ομως πιστεύω οτι υπαρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που εμπνέουν βιβλία, που εμπνέουν τον μεγάλο έρωτα. Λίγοι ειναι αυτοί βέβαια και μέχρι στιγμής πιστεύω οτι δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Ήμουν παντα ο δεύτερος ρόλος, αυτός του Σάντσο Πάντσα. Ένας ρόλος που προσπαθούσε να βοηθήσει τον πρωταγωνιστη και να του διευκολύνει την ζωή κι αυτός έμενε στην άκρη χωρις να τον νοιάζει εαν θα ευτυχήσει ή οχι. Ολοκληρωμένος κι απόλυτα συνειδητοποιημένος οτι ο σκοπός του ειναι αυτός. Συμβατικός. Αλλά ποιος δεν θελει να υπάρξει πρωταγωνιστής μιας ιστορίας αγάπης; Κι εγω προσπαθώ μέσα απο τα γραμματα που σου γραφω να γίνω η Δουλτσινεα σου, αλλά εαν ανήκω στους ανθρωπους που θα ειναι παντα ο Σάντσο πως μπορω να το αλλάξω; Πώς μπορώ να τα βάλω με την μοίρα μου και τι μαγεία θα έπρεπε να εχω για να τα καταφέρω;
Για εσενα ξερω σε τι κατηγορία ανήκεις. Εισαι σε αυτούς τους ανθρωπους που εμπνέεις τον μεγάλο έρωτα, που εμπνέεις μαγεία, μυστήριο απο ένα και μόνο βλέμμα σου. Κι εγω εξακολουθώ να ειμαι στα σκαλοπάτια σου και να παλεύω με τους δαίμονες μου μέχρι να σου μιλήσω. Να σου πω απλα ενα γεια. Δεν ειναι πολυ λιγο το γεια ομως; Πολυ ανούσιο; Οταν το μόνο που θελω ειναι να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σε φιλήσω γλυκά πολυ αγαπημένε μου Δον;
Η Δουλτσινεα σου
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014
Του ανθρώπου η συμμορία...
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα βασίλειο πολύ μακρινό από το δικό μας υπήρχαν δυο γελωτοποιοί, ένας μεγάλος κι ένας μικρός. Είχαν μια περίεργη και δυνατή σχέση μεταξύ τους. Αγαπούσε πολύ ο ένας τον άλλον αλλά συνάμα δεν έβρισκαν καμία χρυσή τομή επικοινωνίας. Ο μεγάλος ήθελε να προστατεύει τον μικρό, ενώ ο μικρός θαύμαζε τον μεγάλο. Μια μέρα λοιπόν αποφάσισαν να κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι για να πάνε στο διπλανό βασίλειο και να δοκιμάσουν κι εκεί την τύχη τους σαν γελωτοποιοί . Τα δύο βασίλεια τα χώριζε ένα τεράστιο δάσος. Ο μεγάλος φοβόταν το μεγάλο δάσος, άγρια θηρία, παγίδες κάτω από τα δέντρα και ούτε ήθελε να ξέρει τι άλλο θα μπορούσαν να συναντήσουν. Ο μικρός το έβλεπε σαν μια περιπέτεια, σαν μια ακόμα εμπειρία. Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν το παιχνίδι τους. Κι όπως σε κάθε μεγάλο ταξίδι για να περάσει η ώρα οι άνθρωποι διηγούνται ιστορίες, άλλοτε αληθινές κι άλλοτε ψεύτικες.
- Έχεις μεγάλε κάνει ποτέ ξανά τέτοιο ταξίδι;
-Μα φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που περνάω αυτό το Μεγάλο Δάσος.
-Και πως ήταν;
-Να συνάντησα πολλά επικίνδυνα πλάσματα, αλλά εγώ..., συνέχισε ο μεγάλος γελωτοποιός κι άρχισε να λέει ιστορίες για τα επικίνδυνα θηρία και πως αυτός με διάφορα τεχνάσματα τα είχε βγάλει πέρα.
Ο μικρός τον άκουγε και τον θαύμαζε. Έτσι περνούσαν οι μέρες κι αυτοί όλο και προχωρούσαν στο μεγάλο δάσος που με κάθε βήμα τους γινόταν όλο και πιο σκοτεινό, όλο και πιο τρομαχτικό.
όπως προχωρούσαν λοιπόν συνάντησαν την πονηρή αλεπού. Ένα πλάσμα πανέμορφο, που η όψη του σε παραπλανούσε γιατί στην ουσία ο σκοπός της ήταν να κλέψει τους δύο ταξιδιώτες μας. Ο μεγάλος το ήξερε, ο μικρός όχι. Έπιασε αμέσως φιλίες μαζί της κι αυτή ξεκίνησε να τους ακολουθεί. Μεγάλοι καυγάδες ξέσπασαν μεταξύ τους αγαπητά μου παιδιά. Ο μεγάλος επέμενε οτι έπρεπε να την διώξουν και να προχωρήσουν μόνοι τους, οτι έβαζαν μπελάδες στο κεφάλι τους, οτι στο τέλος θα την πατούσε ο μικρός που είχε δείξει εμπιστοσύνη σε αυτό πλάσμα. Ο μικρός δεν άκουγε κουβέντα. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν έπρεπε να ζήσει κι αυτός τις ίδιες εμπειρίες με τον μεγάλο; Και τι ήξερε ο μεγάλος δηλαδή από ζωή; Μόνο συμβουλές ήξερε να δίνει και να καυχιέται για το παρελθόν του. Άραγε να ήταν κι αυτός ποτέ μικρός; Να θέλει να ανακαλύψει τον κόσμο; Να αγωνιστεί για τα ιδανικά του; Να θέλει να αφήσει το δικό του στίγμα πάνω σε αυτόν τον πλανήτη; Κι ο μεγάλος έβλεπε στον μικρό τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μικρός ήταν ένας καθρέφτης του μεγάλου. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην την πατήσει στην ζωή του, μην κάνει τα ίδια λάθη με αυτόν.
Κι οι μέρες περνούσαν κι οι δυο γελωτοποιοί μας είχαν τσακωθεί τόσο πολύ που δεν μιλούσαν πια μεταξύ τους. Κι οι μέρες συνέχισαν να περνάνε κι η αλεπού έβγαλε όλη την πονηριά της κι έκλεψε τον μικρό και τον πρόδωσε. Μα απο εκεί και πέρα καλά μου παιδιά δεν ξέρω τι έγινε, εάν δηλαδή ο μικρός με τον μεγάλο γελωτοποιό τα ξαναβρήκαν, ή συνέχισαν να είναι μαλωμένοι γιατί η γάτα που μου έλεγε την ιστορία είχε δει έναν σκύλο να έρχεται απο μακριά φουριόζος για καυγά και εξαφανίστηκε, αν και κάτι μέσα μου μού λέει οτι συνέχισαν να έχουν ακριβώς την ίδια σχέση, με κόντρες και πεισμώματα μια σχέση τρυφερή, γιατί αυτή είναι η ιστορία της ανθρώπινης συμμορίας. Η ανθρώπινη συμμορία είναι μια ζούγκλα οικογενειακή....κι αν μου είπαν ψέματα...ψέματα κι εγώ σας λέω...
- Έχεις μεγάλε κάνει ποτέ ξανά τέτοιο ταξίδι;
-Μα φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που περνάω αυτό το Μεγάλο Δάσος.
-Και πως ήταν;
-Να συνάντησα πολλά επικίνδυνα πλάσματα, αλλά εγώ..., συνέχισε ο μεγάλος γελωτοποιός κι άρχισε να λέει ιστορίες για τα επικίνδυνα θηρία και πως αυτός με διάφορα τεχνάσματα τα είχε βγάλει πέρα.
Ο μικρός τον άκουγε και τον θαύμαζε. Έτσι περνούσαν οι μέρες κι αυτοί όλο και προχωρούσαν στο μεγάλο δάσος που με κάθε βήμα τους γινόταν όλο και πιο σκοτεινό, όλο και πιο τρομαχτικό.
όπως προχωρούσαν λοιπόν συνάντησαν την πονηρή αλεπού. Ένα πλάσμα πανέμορφο, που η όψη του σε παραπλανούσε γιατί στην ουσία ο σκοπός της ήταν να κλέψει τους δύο ταξιδιώτες μας. Ο μεγάλος το ήξερε, ο μικρός όχι. Έπιασε αμέσως φιλίες μαζί της κι αυτή ξεκίνησε να τους ακολουθεί. Μεγάλοι καυγάδες ξέσπασαν μεταξύ τους αγαπητά μου παιδιά. Ο μεγάλος επέμενε οτι έπρεπε να την διώξουν και να προχωρήσουν μόνοι τους, οτι έβαζαν μπελάδες στο κεφάλι τους, οτι στο τέλος θα την πατούσε ο μικρός που είχε δείξει εμπιστοσύνη σε αυτό πλάσμα. Ο μικρός δεν άκουγε κουβέντα. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν έπρεπε να ζήσει κι αυτός τις ίδιες εμπειρίες με τον μεγάλο; Και τι ήξερε ο μεγάλος δηλαδή από ζωή; Μόνο συμβουλές ήξερε να δίνει και να καυχιέται για το παρελθόν του. Άραγε να ήταν κι αυτός ποτέ μικρός; Να θέλει να ανακαλύψει τον κόσμο; Να αγωνιστεί για τα ιδανικά του; Να θέλει να αφήσει το δικό του στίγμα πάνω σε αυτόν τον πλανήτη; Κι ο μεγάλος έβλεπε στον μικρό τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μικρός ήταν ένας καθρέφτης του μεγάλου. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην την πατήσει στην ζωή του, μην κάνει τα ίδια λάθη με αυτόν.
Κι οι μέρες περνούσαν κι οι δυο γελωτοποιοί μας είχαν τσακωθεί τόσο πολύ που δεν μιλούσαν πια μεταξύ τους. Κι οι μέρες συνέχισαν να περνάνε κι η αλεπού έβγαλε όλη την πονηριά της κι έκλεψε τον μικρό και τον πρόδωσε. Μα απο εκεί και πέρα καλά μου παιδιά δεν ξέρω τι έγινε, εάν δηλαδή ο μικρός με τον μεγάλο γελωτοποιό τα ξαναβρήκαν, ή συνέχισαν να είναι μαλωμένοι γιατί η γάτα που μου έλεγε την ιστορία είχε δει έναν σκύλο να έρχεται απο μακριά φουριόζος για καυγά και εξαφανίστηκε, αν και κάτι μέσα μου μού λέει οτι συνέχισαν να έχουν ακριβώς την ίδια σχέση, με κόντρες και πεισμώματα μια σχέση τρυφερή, γιατί αυτή είναι η ιστορία της ανθρώπινης συμμορίας. Η ανθρώπινη συμμορία είναι μια ζούγκλα οικογενειακή....κι αν μου είπαν ψέματα...ψέματα κι εγώ σας λέω...
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014
Τα γράμματα της Δουλτσινέα (5)
Αγαπημένε μου Αλόνσο, πολυαγαπημένε μου Δον,
αυτό είναι το πέμπτο γράμμα που σου γράφω. Είμαι καθισμένη στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας σου. Βρίσκεσαι πάνω, στο διαμέρισμά σου. Συνεχίζω και σε παρακολουθώ. Κάθε πρωί τρέχω να προλάβω, για να σε χαιρετήσω για την δουλειά σου και κάθε απόγευμα πάλι τρέχω για να είμαι εδώ όταν γυρίσεις. Κάποιες φορές μου ρίχνεις κάποιες ματιές. Κάθε φορά η ματιά σου στέκεται όλο και πιο πολύ πάνω μου. Νομίζω οτι έχω αρχίσει και γίνομαι πρόσωπο οικείο. Αυτό μου δίνει μια μικρή χαρά. Και πώς να μην μου δώσει άλλωστε;
Πολλές φορές νιώθω μπερδεμένη, νιώθω οτι φλερτάρω με την τρέλα. Πόσο φυσιολογικό είναι να προσπαθείς να κάνεις κάποιον να σε προσέξει; Πώς μπορώ να έχω απαίτηση να είσαι μόνο δικός μου από την στιγμή που δεν με ξέρεις καν; Αρκετές φορές ζηλεύω το χαμόγελο σου. Το ζηλεύω και φοβάμαι μήπως οφείλεται σε κάποια άλλη και τότε ναι σκοτεινιάζω και η επιθυμία μου να σε σφίξω στην αγκαλιά μου γίνεται ακαταμάχητη, με κατακλύζει. Και μετά..και μετά φτιάχνω την ιστορία μας στο μυαλό μου. Με γνωρίζεις, μου μιλάς στην αρχή και μετά όσο περνούν οι μέρες σε απογοητεύω, χάνεις τον ενθουσιασμό σου κι εγώ προσπαθώ να σε πλησιάσω κι όσο προσπαθώ τόσο απομακρύνεσαι κι εγώ μοιάζω να βουλιάζω. Αυτό το φοβάμαι. Αχ δεν ξέρεις πόσο το φοβάμαι Δον μου. Κι ο κόμπος στον λαιμό μου μεγαλώνει. Σκέφτομαι τι έχω κάνει, το παρελθόν μου, το ανύπαρκτο παρόν μου, το αβέβαιο μέλλον μου και τότε σταματώ να σκέφτομαι. Τότε μένω ικανοποιημένη να σε κοιτώ μόνο. Ξέρεις τι με τρομάζει πιο πολύ απ' όλα πολυαγαπημένε μου Δον; Οτι ίσως ανήκω σε αυτούς τους ανθρώπους που δεν θα αγαπηθούν ποτέ. Ξέρεις αυτοί οι άνθρωποι που περιμένουν οτι θα έρθει κάποιος άλλος άνθρωπος και θα τους κλείσει σφιχτά στην αγκαλιά τους και περιμένουν...και περιμένουν...Και τότε εγώ τι θα κάνω Αλόνσο μου; Και τώρα εγώ τι κάνω Δον μου;
αυτό είναι το πέμπτο γράμμα που σου γράφω. Είμαι καθισμένη στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας σου. Βρίσκεσαι πάνω, στο διαμέρισμά σου. Συνεχίζω και σε παρακολουθώ. Κάθε πρωί τρέχω να προλάβω, για να σε χαιρετήσω για την δουλειά σου και κάθε απόγευμα πάλι τρέχω για να είμαι εδώ όταν γυρίσεις. Κάποιες φορές μου ρίχνεις κάποιες ματιές. Κάθε φορά η ματιά σου στέκεται όλο και πιο πολύ πάνω μου. Νομίζω οτι έχω αρχίσει και γίνομαι πρόσωπο οικείο. Αυτό μου δίνει μια μικρή χαρά. Και πώς να μην μου δώσει άλλωστε;
Πολλές φορές νιώθω μπερδεμένη, νιώθω οτι φλερτάρω με την τρέλα. Πόσο φυσιολογικό είναι να προσπαθείς να κάνεις κάποιον να σε προσέξει; Πώς μπορώ να έχω απαίτηση να είσαι μόνο δικός μου από την στιγμή που δεν με ξέρεις καν; Αρκετές φορές ζηλεύω το χαμόγελο σου. Το ζηλεύω και φοβάμαι μήπως οφείλεται σε κάποια άλλη και τότε ναι σκοτεινιάζω και η επιθυμία μου να σε σφίξω στην αγκαλιά μου γίνεται ακαταμάχητη, με κατακλύζει. Και μετά..και μετά φτιάχνω την ιστορία μας στο μυαλό μου. Με γνωρίζεις, μου μιλάς στην αρχή και μετά όσο περνούν οι μέρες σε απογοητεύω, χάνεις τον ενθουσιασμό σου κι εγώ προσπαθώ να σε πλησιάσω κι όσο προσπαθώ τόσο απομακρύνεσαι κι εγώ μοιάζω να βουλιάζω. Αυτό το φοβάμαι. Αχ δεν ξέρεις πόσο το φοβάμαι Δον μου. Κι ο κόμπος στον λαιμό μου μεγαλώνει. Σκέφτομαι τι έχω κάνει, το παρελθόν μου, το ανύπαρκτο παρόν μου, το αβέβαιο μέλλον μου και τότε σταματώ να σκέφτομαι. Τότε μένω ικανοποιημένη να σε κοιτώ μόνο. Ξέρεις τι με τρομάζει πιο πολύ απ' όλα πολυαγαπημένε μου Δον; Οτι ίσως ανήκω σε αυτούς τους ανθρώπους που δεν θα αγαπηθούν ποτέ. Ξέρεις αυτοί οι άνθρωποι που περιμένουν οτι θα έρθει κάποιος άλλος άνθρωπος και θα τους κλείσει σφιχτά στην αγκαλιά τους και περιμένουν...και περιμένουν...Και τότε εγώ τι θα κάνω Αλόνσο μου; Και τώρα εγώ τι κάνω Δον μου;
Σε φιλώ γλυκά
η Δουλτσινέα σου
η Δουλτσινέα σου
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014
Τα γράμματα της Δουλτσινέα (4)
Αλονσο μου, πολυ αγαπημένε μου Δον,
Εδω και μέρες γνωρίζω που μένεις! Έρχομαι κάτω από την πολυκατοικία σου και προσπαθώ να σε παρακολουθήσω..σε παρακολουθώ. Έχει τύχει δυο φορές να συναντηθούμε στην γωνία του δρόμου,δεν μου έδωσες σημασία, πέθαινα για μια ματιά σου.
Ναι ρώτησε με πιο δυνατά! Οπως ρωτάω κι εγω τον εαυτό μου! Γιατι; Γιατι δεν βρίσκω την δύναμη να σου μιλήσω. Στην τελική δεν εχω να χάσω τιποτα..ισως εχω να χάσω πολλα! Οχι εχω να χάσω παρα πολλα! ΧΙλιαδες σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου! Εαν δεν μου δώσεις σημασία; Εάν είσαι ερωτευμένος με κάποια άλλη; Αλήθεια πως θα μπορούσα να ζήσω έναν έρωτα μαζί σου εάν ήδη έχεις ερωτευτεί; Ή εάν ήδη έχεις πονέσει από έναν μεγάλο έρωτα; Δεν θα ερχόμουν για πάντα δεύτερη στην ζωή σου; Θα γινόταν να σε αγαπώ και να είμαι ερωτευμένη εγώ και για τους δυο μας; Θα γινόταν να με λατρέψεις τόσο δυνατά, ώστε να μην μπαίνεις στην διαδικασία να με συγκρίνεις; Δεν ξέρω Δον μου! Σε αυτές τις σκέψεις χάνομαι, σε αυτές αναλώνομαι και δεν βρίσκω το θάρρος να σου πω ένα γεια...να απλώσω το χέρι μου και να σε σταματήσω έτσι όπως στρίβεις βιαστικός στην γωνία.Η καρδιά μου μένει παγωμένη,χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής όταν νομίζω ότι είσαι κοντά μου. Μένει παγωμένη και συνάμα νιώθω μια τέτοια ζεστασιά μέσα μου σαν να με καίει μια τεράστια φλόγα.
Δεν μπορω να μείνω ομως με τους φόβους μου και τις αμφιβολίες μου πολυαγαπημένε μου Αλονσο! Δεν μπορω να περιμενω και να περνάνε ανούσιες οι στιγμές που θα μπορούσα να σε κρατώ στην αγκαλιά μου, να κρατώ τον κόσμο μου στην αγκαλιά μου. Ισως παλι ο ερωτας ειναι για τους τολμηρούς. Ισως να μην ανήκω σε αυτή την κάστα ανθρώπων. Ισως γι'αυτο τον λόγο να μην μου αξίζει να το ζήσω,μια ζοφερή αγάπη, ένα δυνατό πάθος.
Σε φιλώ γλυκά
Η Δουλτσινεα σου
Εδω και μέρες γνωρίζω που μένεις! Έρχομαι κάτω από την πολυκατοικία σου και προσπαθώ να σε παρακολουθήσω..σε παρακολουθώ. Έχει τύχει δυο φορές να συναντηθούμε στην γωνία του δρόμου,δεν μου έδωσες σημασία, πέθαινα για μια ματιά σου.
Ναι ρώτησε με πιο δυνατά! Οπως ρωτάω κι εγω τον εαυτό μου! Γιατι; Γιατι δεν βρίσκω την δύναμη να σου μιλήσω. Στην τελική δεν εχω να χάσω τιποτα..ισως εχω να χάσω πολλα! Οχι εχω να χάσω παρα πολλα! ΧΙλιαδες σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου! Εαν δεν μου δώσεις σημασία; Εάν είσαι ερωτευμένος με κάποια άλλη; Αλήθεια πως θα μπορούσα να ζήσω έναν έρωτα μαζί σου εάν ήδη έχεις ερωτευτεί; Ή εάν ήδη έχεις πονέσει από έναν μεγάλο έρωτα; Δεν θα ερχόμουν για πάντα δεύτερη στην ζωή σου; Θα γινόταν να σε αγαπώ και να είμαι ερωτευμένη εγώ και για τους δυο μας; Θα γινόταν να με λατρέψεις τόσο δυνατά, ώστε να μην μπαίνεις στην διαδικασία να με συγκρίνεις; Δεν ξέρω Δον μου! Σε αυτές τις σκέψεις χάνομαι, σε αυτές αναλώνομαι και δεν βρίσκω το θάρρος να σου πω ένα γεια...να απλώσω το χέρι μου και να σε σταματήσω έτσι όπως στρίβεις βιαστικός στην γωνία.Η καρδιά μου μένει παγωμένη,χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής όταν νομίζω ότι είσαι κοντά μου. Μένει παγωμένη και συνάμα νιώθω μια τέτοια ζεστασιά μέσα μου σαν να με καίει μια τεράστια φλόγα.
Δεν μπορω να μείνω ομως με τους φόβους μου και τις αμφιβολίες μου πολυαγαπημένε μου Αλονσο! Δεν μπορω να περιμενω και να περνάνε ανούσιες οι στιγμές που θα μπορούσα να σε κρατώ στην αγκαλιά μου, να κρατώ τον κόσμο μου στην αγκαλιά μου. Ισως παλι ο ερωτας ειναι για τους τολμηρούς. Ισως να μην ανήκω σε αυτή την κάστα ανθρώπων. Ισως γι'αυτο τον λόγο να μην μου αξίζει να το ζήσω,μια ζοφερή αγάπη, ένα δυνατό πάθος.
Σε φιλώ γλυκά
Η Δουλτσινεα σου
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
Τα γράμματα της Δουλτσινέα (3)
Αλόνσο μου, Δον μου,
πιστεύεις οτι μπορεί να ζήσει κάποιος ενώ η καρδιά του είναι σταματημένη; Η καρδιά μου έχει σταματήσει από το πρωί. Δεν ξέρω πως περπατώ, δεν ξέρω πως κρατάω το στυλό αυτή την στιγμή, δεν ξέρω πως σου γράφω. Βάζω το χέρι μου στο στήθος και δεν την ακούω καν να χτυπά. Ίσως αυτή την στιγμή είμαι νεκρή. Δεν είναι δυνατόν όμως αυτό. Μπορεί ένας νεκρός να είναι τόσο χαρούμενος; Να είναι τόσο τυχερός;
Γυρίζοντας στο σπίτι μου έγραψα την διεύθυνσή σου σε ένα χαρτί και μετά ξάπλωσα στον καναπέ κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Ναι, έγραψα την διεύθυνσή σου. Ξέρω πλέον που μένεις. Σε είδα να βγαίνεις από τον υπόγειο σταθμό. Εκείνη την στιγμή η ανάσα μου έγινε πιο γρήγορη κι η καρδιά μου σταμάτησε. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι γύρω σου και ήταν δύσκολο να μην σε χάσω. Δεν θα συγχωρούσα στον εαυτό μου αυτή την ευκαιρία. Οι θεοί μου μού είχαν χαμογελάσει, η θεά της τύχης μου έκλεινε το μάτι εκείνη την στιγμή. Σε ακολούθησα. Το βήμα σου σταθερό, αποφασιστικό και κουρασμένο. Το κεφάλι σου ήταν σκυμμένο, αλλά ανά διαστήματα το σήκωνες και θωρούσες τον ουρανό. Δεν κοιτούσες τους άλλους γύρω σου. Χαμένος στις σκέψεις σου κι εγώ να προσπαθώ να νικήσω την ανάγκη μου να σε αγκαλιάσω. Σταμάτησες σε ένα μικρό μαγαζί. Έμεινες αρκετή ώρα και βγήκες από εκεί με ένα δέμα, τυλιγμένο με ένα κίτρινο χαρτί ανακύκλωσης. Η όψη σου ήταν πιο ευδιάθετη. Τυχαία έπεσε η ματιά σου επάνω μου. Εκείνο το βλέμμα σου που με κάνει να καίγομαι και συνάμα να παγώνω. Έμεινα αποσβολωμένη. Συνέχισες να περπατάς, συνέχισα κι εγώ. Έστριψες σε έναν παράδρομο. Έμεινα στην γωνία να σε ακολουθώ με την ματιά μου. Ανέβηκες γρήγορα τα δέκα σκαλιά της εξόδου και μπήκες στην πολυκατοικία σου. Δεν ξέρω εάν έμεινα στην γωνία του δρόμου, δευτερόλεπτα, λεπτά ή και αιώνες. Η καρδιά μου εξακολουθούσε να είναι σταματημένη.
Δεν ξέρω τι θα κάνω αγαπημένε μου Δον. Ξέρω πλέον πως μπορώ να σε ξανά δω. Εσύ τι έκανες όταν έψαχνες εμένα; Τι έκανε ο Δον Κιχώτης όταν έψαχνε την Δουλτσινέα του; Η καρδιά μου είναι σταματημένη κι εγώ ζω κι είμαι αισιόδοξη γεμάτη ελπίδα. Περίεργο συναίσθημα η ελπίδα, έτσι δεν είναι Αλόνσο μου; Περίεργο να έχει σταματήσει καρδιά και μυαλό κι εσύ να συνεχίζεις να αναπνέεις και να ελπίζεις...
Σε φιλώ γλυκά
η Δουλτσινέα σου
πιστεύεις οτι μπορεί να ζήσει κάποιος ενώ η καρδιά του είναι σταματημένη; Η καρδιά μου έχει σταματήσει από το πρωί. Δεν ξέρω πως περπατώ, δεν ξέρω πως κρατάω το στυλό αυτή την στιγμή, δεν ξέρω πως σου γράφω. Βάζω το χέρι μου στο στήθος και δεν την ακούω καν να χτυπά. Ίσως αυτή την στιγμή είμαι νεκρή. Δεν είναι δυνατόν όμως αυτό. Μπορεί ένας νεκρός να είναι τόσο χαρούμενος; Να είναι τόσο τυχερός;
Γυρίζοντας στο σπίτι μου έγραψα την διεύθυνσή σου σε ένα χαρτί και μετά ξάπλωσα στον καναπέ κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Ναι, έγραψα την διεύθυνσή σου. Ξέρω πλέον που μένεις. Σε είδα να βγαίνεις από τον υπόγειο σταθμό. Εκείνη την στιγμή η ανάσα μου έγινε πιο γρήγορη κι η καρδιά μου σταμάτησε. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι γύρω σου και ήταν δύσκολο να μην σε χάσω. Δεν θα συγχωρούσα στον εαυτό μου αυτή την ευκαιρία. Οι θεοί μου μού είχαν χαμογελάσει, η θεά της τύχης μου έκλεινε το μάτι εκείνη την στιγμή. Σε ακολούθησα. Το βήμα σου σταθερό, αποφασιστικό και κουρασμένο. Το κεφάλι σου ήταν σκυμμένο, αλλά ανά διαστήματα το σήκωνες και θωρούσες τον ουρανό. Δεν κοιτούσες τους άλλους γύρω σου. Χαμένος στις σκέψεις σου κι εγώ να προσπαθώ να νικήσω την ανάγκη μου να σε αγκαλιάσω. Σταμάτησες σε ένα μικρό μαγαζί. Έμεινες αρκετή ώρα και βγήκες από εκεί με ένα δέμα, τυλιγμένο με ένα κίτρινο χαρτί ανακύκλωσης. Η όψη σου ήταν πιο ευδιάθετη. Τυχαία έπεσε η ματιά σου επάνω μου. Εκείνο το βλέμμα σου που με κάνει να καίγομαι και συνάμα να παγώνω. Έμεινα αποσβολωμένη. Συνέχισες να περπατάς, συνέχισα κι εγώ. Έστριψες σε έναν παράδρομο. Έμεινα στην γωνία να σε ακολουθώ με την ματιά μου. Ανέβηκες γρήγορα τα δέκα σκαλιά της εξόδου και μπήκες στην πολυκατοικία σου. Δεν ξέρω εάν έμεινα στην γωνία του δρόμου, δευτερόλεπτα, λεπτά ή και αιώνες. Η καρδιά μου εξακολουθούσε να είναι σταματημένη.
Δεν ξέρω τι θα κάνω αγαπημένε μου Δον. Ξέρω πλέον πως μπορώ να σε ξανά δω. Εσύ τι έκανες όταν έψαχνες εμένα; Τι έκανε ο Δον Κιχώτης όταν έψαχνε την Δουλτσινέα του; Η καρδιά μου είναι σταματημένη κι εγώ ζω κι είμαι αισιόδοξη γεμάτη ελπίδα. Περίεργο συναίσθημα η ελπίδα, έτσι δεν είναι Αλόνσο μου; Περίεργο να έχει σταματήσει καρδιά και μυαλό κι εσύ να συνεχίζεις να αναπνέεις και να ελπίζεις...
Σε φιλώ γλυκά
η Δουλτσινέα σου
Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014
Tα γράμματα της Δουλτσινέα (2)
Αλόνσο μου, Δον μου,
έχουν περάσει σχεδόν εικοσιτέσσερις ώρες από την στιγμή που σε είδα και νιώθω την ανάγκη να σου γράψω πάλι. Νομίζω οτι μου λείπεις. Δεν είναι περίεργο αυτό το συναίσθημα; Να σου λείπει κάτι, κάποιος που είδες μόνο για μια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε στο πλήθος. Τα χαρακτηριστικά σου έχουν αρχίσει και ξεθωριάζουν αλλά πίστεψε με πιέζω πολύ τον εαυτό μου να τα κρατήσω ζωντανά στην μνήμη μου.
Είμαι με μια κούπα καφέ στο μικρό μου διαμέρισμα και κοιτώ τον συννεφιασμένο ουρανό της πόλης. Αναλογίζομαι που μπορεί να βρίσκεσαι ή τι μπορεί να κάνεις τώρα. Η σκέψη οτι μπορεί κι εσύ να κοιτάς έξω από κάποιο παράθυρο με κάνει να χαμογελώ. Είναι σαν να έχω την αίσθηση οτι μου κάνει παρέα κάποιος σε αυτή την απέραντη μοναξιά. Μοναξιά...περίεργη λέξη. Να περιτριγυρίζεσαι από τόσους ανθρώπους και να νιώθεις μόνος. Πολλές φορές μου αρέσει αυτή η μοναχικότητα. Να κάθομαι με την κούπα του καφέ μου μπροστά από το παράθυρο μου και να κοιτώ τους περαστικούς στο δρόμο.
Όταν είχα πρωτοέρθει στο διαμερισματάκι μου προσπαθούσα να φανταστώ την ιστορία του καθενός ανάλογα με το περπάτημα τους. Από ποιά χώρα μπορεί να ήταν και τι βασάνιζε την ζωή τους. Συνήθως έδινα χαρούμενο τέλος στις ιστορίες τους. Πλέον σταμάτησα να το κάνω κι αυτό. Η μοναχικότητα αρκετές φορές σε κουράζει και πράγματα, τα οποία σε ενθουσίαζαν τα βρίσκεις ανούσια. Αλήθεια έχεις αισθανθεί ποτέ μόνος; Νομίζω οτι οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτή την μεγαλούπολη αισθάνονται μόνοι. Εκεί που μεγάλωσα δεν είναι έτσι. Κανείς δεν αισθάνεται μόνος και κανείς δεν αφήνει τον άλλον να αισθανθεί μόνος είτε με τον καλή έννοια είτε με την κακή.
Απο χθές όμως αυτό το συναίσθημα έχει αρχίσει και αλλάζει. Νιώθω ξανά την διάθεση κι ίσως την ανάγκη να πλάσω ιστορίες κι ίσως και την δική σου.
Αυτή την στιγμή κάθεσαι κι εσύ στο δικό σου διαμέρισμα με ένα βιβλίο κι ένα ποτήρι κρασί. Νομίζω οτι διαβάζεις Σαιξπηρ και από τον υπολογιστή σου παίζει σιγανά Jazz. Σου αρέσει αρκετά ο Σινάτρα, αρέσει και σε εμένα πολύ. Δεν θυμάμαι την ηλικία που ξεκίνησα να ακούω τον Φρανκ. Δεν ήμουν μικρή, ίσως ήμουν φοιτήτρια. Κάποια πράγματα τα διαγράφω από το μυαλό μου σαν να μην έγιναν ποτέ και κάποια άλλα τα θυμάμαι τόσο έντονα με όλες τους τις λεπτομέρειες. Ώρες ώρες νομίζω οτι είμαι πολύ περίεργο άτομο και μάλλον είμαι, αλλά κανείς δεν μου το έχει παραδεχτεί.
Γλυκέ μου Δον οι σκέψεις μου με συνεπάιρνουν και χάνομαι κι η ώρα περνά, όπως και τώρα. Θα σου ξανα γράψω κι ελπίζω να σε δω σύντομα από κοντά.
Σε φιλώ γλυκά
η Δουλτσινέα σου
έχουν περάσει σχεδόν εικοσιτέσσερις ώρες από την στιγμή που σε είδα και νιώθω την ανάγκη να σου γράψω πάλι. Νομίζω οτι μου λείπεις. Δεν είναι περίεργο αυτό το συναίσθημα; Να σου λείπει κάτι, κάποιος που είδες μόνο για μια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε στο πλήθος. Τα χαρακτηριστικά σου έχουν αρχίσει και ξεθωριάζουν αλλά πίστεψε με πιέζω πολύ τον εαυτό μου να τα κρατήσω ζωντανά στην μνήμη μου.
Είμαι με μια κούπα καφέ στο μικρό μου διαμέρισμα και κοιτώ τον συννεφιασμένο ουρανό της πόλης. Αναλογίζομαι που μπορεί να βρίσκεσαι ή τι μπορεί να κάνεις τώρα. Η σκέψη οτι μπορεί κι εσύ να κοιτάς έξω από κάποιο παράθυρο με κάνει να χαμογελώ. Είναι σαν να έχω την αίσθηση οτι μου κάνει παρέα κάποιος σε αυτή την απέραντη μοναξιά. Μοναξιά...περίεργη λέξη. Να περιτριγυρίζεσαι από τόσους ανθρώπους και να νιώθεις μόνος. Πολλές φορές μου αρέσει αυτή η μοναχικότητα. Να κάθομαι με την κούπα του καφέ μου μπροστά από το παράθυρο μου και να κοιτώ τους περαστικούς στο δρόμο.
Όταν είχα πρωτοέρθει στο διαμερισματάκι μου προσπαθούσα να φανταστώ την ιστορία του καθενός ανάλογα με το περπάτημα τους. Από ποιά χώρα μπορεί να ήταν και τι βασάνιζε την ζωή τους. Συνήθως έδινα χαρούμενο τέλος στις ιστορίες τους. Πλέον σταμάτησα να το κάνω κι αυτό. Η μοναχικότητα αρκετές φορές σε κουράζει και πράγματα, τα οποία σε ενθουσίαζαν τα βρίσκεις ανούσια. Αλήθεια έχεις αισθανθεί ποτέ μόνος; Νομίζω οτι οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτή την μεγαλούπολη αισθάνονται μόνοι. Εκεί που μεγάλωσα δεν είναι έτσι. Κανείς δεν αισθάνεται μόνος και κανείς δεν αφήνει τον άλλον να αισθανθεί μόνος είτε με τον καλή έννοια είτε με την κακή.
Απο χθές όμως αυτό το συναίσθημα έχει αρχίσει και αλλάζει. Νιώθω ξανά την διάθεση κι ίσως την ανάγκη να πλάσω ιστορίες κι ίσως και την δική σου.
Αυτή την στιγμή κάθεσαι κι εσύ στο δικό σου διαμέρισμα με ένα βιβλίο κι ένα ποτήρι κρασί. Νομίζω οτι διαβάζεις Σαιξπηρ και από τον υπολογιστή σου παίζει σιγανά Jazz. Σου αρέσει αρκετά ο Σινάτρα, αρέσει και σε εμένα πολύ. Δεν θυμάμαι την ηλικία που ξεκίνησα να ακούω τον Φρανκ. Δεν ήμουν μικρή, ίσως ήμουν φοιτήτρια. Κάποια πράγματα τα διαγράφω από το μυαλό μου σαν να μην έγιναν ποτέ και κάποια άλλα τα θυμάμαι τόσο έντονα με όλες τους τις λεπτομέρειες. Ώρες ώρες νομίζω οτι είμαι πολύ περίεργο άτομο και μάλλον είμαι, αλλά κανείς δεν μου το έχει παραδεχτεί.
Γλυκέ μου Δον οι σκέψεις μου με συνεπάιρνουν και χάνομαι κι η ώρα περνά, όπως και τώρα. Θα σου ξανα γράψω κι ελπίζω να σε δω σύντομα από κοντά.
Σε φιλώ γλυκά
η Δουλτσινέα σου
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014
Τα γράμματα της Δουλτσινέα (1)
Καλησπέρα..
Δεν με γνωρίζεις. Ούτε εγώ σε γνωρίζω. Δεν ξέρω το όνομα σου, εάν καπνίζεις κι αν ναι τι καπνό φουμάρεις..σε είδα καθώς περνούσες δίπλα μου στο μέτρο..περπάτησα πιο γρήγορα για να σε φτάσω..περπάτησες ακόμα πιο γρήγορα..βιαζόσουν! Κι εγώ βιαζόμουν αλλά εκείνη την ώρα το είχα ξεχάσει. Προσπάθησα να μπω στο ίδιο βαγόνι με εσένα. Έβλεπα την πλάτη σου και το πίσω μέρος τους κεφαλιού σου. Ξάφνου μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να βάλω τα δάχτυλα μου ανάμεσα στα μαλλιά σου και να σε σφίξω δυνατά στην αγκαλιά μου. Είχε κόσμο όμως..πολύ κόσμο κι εγώ δεν ήμουν τόσο δυνατή ώστε να αρχίσω να τους πετώ όλους έναν έναν από εκεί μέσα. Νιώθω πολύ χαζή που κάθομαι και σου γράφω. Γράφω σε έναν άγνωστο αλλά θα ήθελα να με γνωρίσεις κι ίσως με την φαντασία μου σε γνωρίσω κι εγώ! Ελπίζω να σε ξανά δω..αλλά η πόλη αυτή είναι τεράστια..χάνεσαι.. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο μου γράμμα σε εσένα..ίσως σε ονομάσω Φιλοκτήτη..αρχαίος Έλληνας ήρωας..ίσως σε ονομάσω Όμπερον όπως το ξωτικό στο Όνειρο Θερινής νυκτός. Ακόμα δεν ξέρω πως.. Ερωτεύτηκα ευθύς το βλέμμα σου. Μακάρι να μπορούσα να το περιγράψω με λόγια αυτό το φευγαλέο βλέμμα και μακάρι να μπορούσα να εξηγήσω την ζεστασιά και συνάμα την παγωνιά που μου άφησε. Στο υπόσχομαι οτι θα σου γράψω κι άλλα γράμματα
Σε φιλώ γλυκά
Δουλτσινέα
Υ.Γ ναι σε ονόμασα Δον Κιχώτη ή μήπως πρέπει να σε αποκαλώ με το πραγματικό σου όνομα, Αλόνσο, ας αλλάξω λίγο την ροή της ιστορίας κι ας σε ψάχνω εγώ αγαπημένε μου Δον προσπαθώντας να λύσω τα μάγια σου και δένοντας πιο πολύ τα δικά μου..
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014
Ο πρίγκιπας που δεν είχε μάθει να του λένε ποτέ όχι..
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα βασίλειο το οποίο βρισκόταν πολύ μακριά από την δική μας χώρα! Αυτό το βασίλειο καλύπτονταν από τεράστιες ποσότητες άμμου και κάποιοι σοφοί το ονόμαζαν και έρημο. Σε αυτή την έρημο λοιπόν υπήρχε ένα παλάτι αλλά όχι σαν αυτά που ξέρουμε. Ήταν με πολύχρωμα πετράδια και περίεργες τέντες! Σε αυτό το παλάτι λοιπόν κατοικούσαν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα του βασιλείου. Αυτοί δεν είχαν παιδί άλλα μετά από πολλές προσπάθειες απέκτησαν ένα όμορφο αγοράκι. Ήταν ένα αξιαγάπητο παιδί και πανέμορφο. Μόνο που είχε ένα κακό ..δεν είχε μάθει ποτέ να του λένε όχι σε ότι κι αν ήθελε! Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν κι αυτός μεγάλωνε και κάποτε χρειάστηκε να φύγει μακριά από το παλάτι του γιατί γινόταν πόλεμος κι ο πρίγκιπας έπρεπε να είναι ο πρώτος στην μάχη ! Ένα βράδυ λοιπόν εκεί που καθόταν και συζητούσαν με τους υπόλοιπους στρατιώτες για την μάχη είδε μια όμορφη κοπελιά να χορεύει ! Χόρευε σαν νεράιδα. Του φάνηκε ότι τα πόδια της δεν πατούσαν στην γη. Την ερωτεύτηκε και ήθελε αμέσως να την κάνει γυναίκα του. Σηκώθηκε και πήγε κοντά της. -θα γίνεις γυναίκα μου, της ανακοίνωσε. -Ποιος είσαι εσύ που με διακόπτεις τον χορό; -Είμαι ο πρίγκιπας του βασιλείου και αποφάσισα να σε παντρευτώ! -Όχι του είπε αυτή και συνέχισε τον χορό της σαν να μην είχε γίνει ποτέ η συζήτηση. Ο πρίγκιπας μας τρελάθηκε! Κανείς δεν του έλεγε όχι! Ποια ήταν αυτή για να αρνηθεί την πρόταση του; Αμέσως διέταξε και την συνέλαβαν και την φυλάκισαν σε μια σκηνή! Της έδεσαν τα πόδια ώστε να μην μπορεί ούτε να χορεύει, ούτε να φύγει κι απ' έξω υπήρχαν στρατιώτες που την φυλουσαν! Κάθε βράδυ πήγαινε στην σκηνή της και την ρωτούσε εάν άλλαξε γνώμη και κάθε βράδυ που την έβλεπε την ερωτευόταν όλο και πιο πολύ και κάθε βράδυ αυτή του έλεγε όχι. Μέχρι που πέρασε καιρός κι ένα από αυτά τα βραδιά ο πρίγκιπας ξανά πήγε στην σκηνή της χορεύτριας μα κάτι είχε αλλάξει πάνω της! Δεν ήταν η ίδια! Ήταν ταλαιπωρημένη, γερασμένη, στεναχωρημενη και τότε ένιωσε άσχημα για αυτήν! Κατάλαβε ότι αυτό που έκανε δεν την έφερνε πιο κοντά του αλλά την σκότωνε σιγά σιγά από την αγάπη του! Και έτσι εκείνο το βράδυ την άφησε να φύγει χαρίζοντας της πίσω την ελευθερία της, την ζωή της γιατί η ελευθεριά καλά μου παιδιά είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχει ο άνθρωπος στην ζωή του. Κι αν μου είπαν ψέματα,ψέματα κι εγώ σας λέω..
Κυριακή 17 Αυγούστου 2014
Κυνηγώντας τα ξωτικά...
Ξεκίνησα να τρέχω και συνέχισα έτσι...μέσα σε δάση σκοτεινά..κι εκέι έλεγα τρέχω για να αποφύγω τους δαίμονες, τα ξωτικά, τα άγρια ζώα, τα γεράκια..και συνέχισα να τρέχω ακόμα κι όταν βγήκα από τα σκοτεινά δάση..έπεσα πολλές φορές, τα γόνατα μου μάτωναν και ξανά και ξανά κι εγώ δεν έδινα σημασία. Στον δικό μου κόσμο, στο δικό μου μυαλό έπρεπε να τρέχω...ο καθένας εχει τον δικό του σκοπό κι ο δικός μου ήταν αυτός...όταν έμεινα χωρίς πόδια δεν έδωσα σημασία απλά συνέχισα..σερνόμουν με τα χέρια..δάγκωνα το χωμα και μασούσα το χορτάρι..και τα χρόνια πέρασαν κι εγώ μεγάλωσα και δεν είχα πια ουτε χέρια, ήμουν απλά ένα κορμί χωρίς άκρα που προσπαθούσε να τρέξει να ξεφύγει από τους δικούς του δαίμονες, τα δικά του ξωτικά, τα δικά του άγρια ζώα, τα δικά του γεράκια..και δεν άκουσα που μου είπαν ψέματα και συνέχισα ψέματα κι εγώ να λεω...
Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014
Μια φορά κι έναν καιρό...
Μια φορά κι έναν καιρό ήθελα να αλλάξω τον κόσμο...μια φορά κι έναν καιρό με κορόιδευαν που ήθελα να αλλάξω τον κόσμο...μια φορά κι έναν καιρό προσπάθησα ...μια φορά κι έναν καιρό με απογοήτευσαν...μια φορά κι έναν καιρό δεν το έβαλα κάτω...μια φορά κι έναν καιρό προσπάθησα πάλι και πάλι και τώρα πια δεν μπορώ να πω μια φορά κι έναν καιρό...τώρα πια τα παραμύθια τελείωσαν για μένα και φωνάζω βουβός και τρέχω ανάπηρος και γράφω αγράμματος και ξεχνάω προσπαθώντας να θυμηθώ τι έκανα μια φορά κι έναν καιρό... και έζησαν αυτοί καλά κι εγώ ξεκίνησα να κοιτάζω με μισό μάτι αυτούς που προσπαθούσαν να αλλάξουν τον κόσμο..κι έζησαν αυτοί καλά κι εγώ ξεκίνησαν να χλευάζω τους ιδεολόγους...κι έζησαν αυτοί καλά...έζησαν αυτοί καλά κι εγώ τώρα...εγώ τώρα είμαι ασφαλής μέσα στις παρωπίδες μου, και μου είπαν ψέμματα και ψέμματα σας λέω...
Κυριακή 4 Μαΐου 2014
Θάνατος και τέχνη
- Θα ήθελα να μπορώ να ζωγραφίζω. Η μαγεία των χρωμάτων πάνω στο χαρτί με συνεπαίρνει. Κάνεις τις σκέψεις εικόνα, τα συναισθήματα εκφράσεις, τα λόγια βλέμματα σπινθηροβόλα. Δεν ξέρω εάν μαθαίνει κανείς να ζωγραφίζει ή εάν πρέπει να έχεις κάποιο ταλέντο. Κάπου έχω διαβάσει ότι υπάρχει και το σχέδιο που υπακούει σε κανόνες και μπορεί να το κάνει ο καθένας, αλλά αυτό μου φαίνεται άχρωμο, άνοστο...η τέχνη δεν μπαίνει σε καλούπια...Πρέπει να γυρίσω όμως στο δικό μου καλούπι και στην ρουτίνα μου τώρα. Γι'αυτό ίσως δεν μπόρεσα ποτέ να ζωγραφίσω...
-Ωραία ερώτηση αυτή..δεν μου την έχουν κάνει ξανά. Θα ήθελα να μπορώ να χορέψω μπαλέτο. Ολόκληρο το σώμα στηριγμένο πάνω στις μύτες και η κίνηση των χεριών να δίνει μια εικόνα που να γεννά συγκίνηση, χαρά εμπειρία. Ακούς μια μουσική τόσο παραμυθένια, απόκοσμη και την ντύνεις με συναίσθημα, συναισθήματα που έχεις, που δημιουργείς...νομίζω οτι τα δικά μου συναισθήματα χάθηκαν κάπου στο πέρασμα των. Γι'αυτό ίσως δεν μπόρεσα ποτέ να χορέψω..
- Ο θάνατος; Είναι πολύ μακριά από μένα. Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θα ήθελα να μπορώ να γραψω όλα αυτά που σκέφτομαι. Να γραφω με τις ώρες κι αυτά κάποτε να διαβαστούν. Να περάσουν οι ιδέες μου, τα συναισθήματα μου, οι εμπειρίες μου σε κάποιον άλλον, και σε κάποιον άλλον και σε κάποιον άλλον κι από εκεί στην αιωνιότητα, ματαιοδοξία σωστά; Γι'αυτό ίσως ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω...
-Ωραία ερώτηση αυτή..δεν μου την έχουν κάνει ξανά. Θα ήθελα να μπορώ να χορέψω μπαλέτο. Ολόκληρο το σώμα στηριγμένο πάνω στις μύτες και η κίνηση των χεριών να δίνει μια εικόνα που να γεννά συγκίνηση, χαρά εμπειρία. Ακούς μια μουσική τόσο παραμυθένια, απόκοσμη και την ντύνεις με συναίσθημα, συναισθήματα που έχεις, που δημιουργείς...νομίζω οτι τα δικά μου συναισθήματα χάθηκαν κάπου στο πέρασμα των. Γι'αυτό ίσως δεν μπόρεσα ποτέ να χορέψω..
- Ο θάνατος; Είναι πολύ μακριά από μένα. Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θα ήθελα να μπορώ να γραψω όλα αυτά που σκέφτομαι. Να γραφω με τις ώρες κι αυτά κάποτε να διαβαστούν. Να περάσουν οι ιδέες μου, τα συναισθήματα μου, οι εμπειρίες μου σε κάποιον άλλον, και σε κάποιον άλλον και σε κάποιον άλλον κι από εκεί στην αιωνιότητα, ματαιοδοξία σωστά; Γι'αυτό ίσως ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)